αισθητός


αισθητός
[эститос] εκ. чувствительный, ощутительный, ощутимый, воспринимаемый чувствами,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αισθητός" в других словарях:

  • αἰσθητός — sensible masc nom sg αἰσθητός sensible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισθητός — ή, ό (Α αἰσθητός, ή, όν και ός, όν) ο αντιληπτός διά μέσου τών αισθήσεων (αντίθετα προς το νοητός) νεοελλ. 1. ικανός, σημαντικός, μεγάλος 2. αξιοπρόσεκτος, ευδιάκριτος, φανερός, σαφής αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ αἰσθητόν αυτό που υποπίπτει στις… …   Dictionary of Greek

  • αισθητός — ή, ό 1. αυτός που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις: Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται μόνο με τον αισθητό κόσμο. 2. φανερός, σημαντικός: Αισθητή ήταν χθες η απουσία σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰσθητόν — αἰσθητός sensible masc acc sg αἰσθητός sensible neut nom/voc/acc sg αἰσθητός sensible masc/fem acc sg αἰσθητός sensible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητοῖς — αἰσθητός sensible masc/neut dat pl αἰσθητός sensible masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητοῖσι — αἰσθητός sensible masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) αἰσθητός sensible masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητοί — αἰσθητός sensible masc nom/voc pl αἰσθητός sensible masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητούς — αἰσθητός sensible masc acc pl αἰσθητός sensible masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητῶς — αἰσθητός sensible adverbial αἰσθητός sensible adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητῷ — αἰσθητός sensible masc/neut dat sg αἰσθητός sensible masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)